μάνδρευμα Save LSJ Bailly 2024 Pape μάνδρευμα, ατος, τό, = μάνδρα I, D.H. 1.79. μάνδρευμα, ατος (τὸ) étable, parc, DH. 1, 79. Étym. *μανδρεύω, de μάνδρα. μάνδρευμα, τό, = μάνδρα, Dion.Hal. 1.79.