Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαλλοπάρῃος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάλιον
Μάλιος
μαλίρ
μᾶλις
Μαλίς
μαλίς
μάλις
μάλιστα
μαλιωτέρα
Μάλκανδρος
μαλκάω
μαλκείω
μαλκενίς
μαλκέω
μάλκη
μαλκιάω
μαλκιέω
μάλκιος
Μαλκίτης
μαλκίω
μαλκόν
μαλκός
μἀλλά
μαλλαθόντες
Μάλλιος
μαλλοδέτης
μαλλόδετος
μαλλοειδής
Μαλλοί
μᾶλλον
μαλλοπάρῃος
μαλλός
Μαλλός
μαλλοφόρος
μάλλυκες
Μάλλωνες
μάλλωσις
μαλλωτάριον
Μαλλώτης
μαλλωτός
μαλόβαθρον
μαλογενές
μαλογενής
μαλοδροπεύς
μαλόεις
Μαλόεις
μᾶλον
μαλοπάραυος
μαλοπάρῃος
μαλός
μαλουρίς
μάλουρος
μαλοφορέω
μαλοφόρος
μαλοφύλαξ
μαλόω
Μαλχίων
Μάλχος
μάματα
Μαμέρκιοι
Μάμερκος
…
μαλλοπάρῃος
Save
Pape
μαλλοπάρῃος
, erkl. Hesych. λευκοπάρειος,
f.l.
bei Theocr. 26.1 für μαλοπάρῃος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}