Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαλλωτάριον
μαλλωτάριον, sheepskin
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάλιστα
μαλιωτέρα
Μάλκανδρος
μαλκάω
μαλκείω
μαλκενίς
μαλκέω
μάλκη
μαλκιάω
μαλκιέω
μάλκιος
Μαλκίτης
μαλκίω
μαλκόν
μαλκός
μἀλλά
μαλλαθόντες
Μάλλιος
μαλλοδέτης
μαλλόδετος
μαλλοειδής
Μαλλοί
μᾶλλον
μαλλοπάρῃος
μαλλός
Μαλλός
μαλλοφόρος
μάλλυκες
Μάλλωνες
μάλλωσις
μαλλωτάριον
Μαλλώτης
μαλλωτός
μαλόβαθρον
μαλογενές
μαλογενής
μαλοδροπεύς
μαλόεις
Μαλόεις
μᾶλον
μαλοπάραυος
μαλοπάρῃος
μαλός
μαλουρίς
μάλουρος
μαλοφορέω
μαλοφόρος
μαλοφύλαξ
μαλόω
Μαλχίων
Μάλχος
μάματα
Μαμέρκιοι
Μάμερκος
Μάμερσα
Μαμερτῖνος
Μαμέρτιον
Μάμερτος
μαμιρά
μάμμα
μαμμαία
…
μαλλωτάριον
Save
μαλλωτάριον, sheepskin
LSJ
μαλλ-ωτάριον, τό,
sheepskin,
PSI
5.481.8 (v/vi A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}