μαυλιστής
μαυλ-ιστής, οῦ, ὁ,
- = μαστροπός, Cat.Cod.Astr. 8(4).212, Phot. and Suid. s.h.v.: fem. μαυλ-ίστρια, EM 695.31, Sch. Ar. Nu. 976, Suid. s.v. πυγοστόλος:
μαυλιστής, ὁ, der Kuppler, Phot. v. μαστροπός.