μεμβράδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape μεμβράδιον, τό, Dim. of μεμβράς, Alex.Trall. Febr. 7 (where ἐμβράδια, v.l. μεμβρίδια). μεμβράδιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de μεμβράς, A. Tr. 12, p. 766. μεμβράδιον, τό, dim. von μεμβράς, Sp.