Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μουνόγονος
Bailly 2024
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουν
μουναδόν
μουνάξ
μούναξ
μουναρχέω
μουναρχία
μουναρχίη
μούναρχος
μουνάς
Μουνάτιος
Μοῦνδα
Μοῦνδος
μοῦνδος
μουνερέτης
μουνιαδικόν
μουνιάς
μούνιος
Μούνιτος
Μουνιχία
Μουνιχίαζε
Μουνιχίαθεν
Μουνιχίασι
Μουνίχιος
Μουνιχιών
Μούνιχος
μουνο
μουνόγαμος
μουνογένεια
μουνογενής
μουνόγληνος
μουνόγονος
μουνοέτις
μουνοκέλης
μουνόκερος
μουνόκωλος
μουνολεχής
μουνολέων
μουνόλιθος
μουνομαχέω
μουνομαχίη
μουνονυχί
μουνοπάλα
μουνοπάλης
μουνόπους
μουνορύχας
μουνορύχης
μοῦνος
μουνοτόκος
μουνόφθαλμος
μουνοφυής
μουνόω
Μουνυχία
Μουνυχίαζε
Μουνυχίασι
Μουνυχιών
μουνώψ
Μουργίσκη
Μουρήνας
Μοῦρκος
Μουρρήνας
μουρρίνη
…
μουνόγονος
Save
Bailly 2024
Pape
μουνό·γονος,
v.
μονόγονος
.
μουνόγονος
, p. = μονόγονος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}