μουναρχέω Save LSJ Bailly 2024 Pape μουναρχέω, μουναρχ-ία, etc., v. μοναρχέω, -ία, etc. μουναρχέω, μουναρχίη, μούναρχος, v. μοναρχέω, μοναρχία, μόναρχος. μουναρχέω, ion. = μοναρχέω.