Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μούνιτος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μουκηρόβατος
μούκηρος
Μουκία
Μουκιανός
μουκίζω
Μούκιος
μουκτηριᾷ
μουκτηριάω
μουλάριον
μούλη
Μούλιος
μουλίων
Μούμμιος
μουν
μουναδόν
μουνάξ
μούναξ
μουναρχέω
μουναρχία
μουναρχίη
μούναρχος
μουνάς
Μουνάτιος
Μοῦνδα
Μοῦνδος
μοῦνδος
μουνερέτης
μουνιαδικόν
μουνιάς
μούνιος
Μούνιτος
Μουνιχία
Μουνιχίαζε
Μουνιχίαθεν
Μουνιχίασι
Μουνίχιος
Μουνιχιών
Μούνιχος
μουνο
μουνόγαμος
μουνογένεια
μουνογενής
μουνόγληνος
μουνόγονος
μουνοέτις
μουνοκέλης
μουνόκερος
μουνόκωλος
μουνολεχής
μουνολέων
μουνόλιθος
μουνομαχέω
μουνομαχίη
μουνονυχί
μουνοπάλα
μουνοπάλης
μουνόπους
μουνορύχας
μουνορύχης
μοῦνος
μουνοτόκος
…
Μούνιτος
Save
Bailly 2024
Μούνιτος,
ου
(
ὁ
)
[
ῐ
] Mounitos,
h.
Lyc.
498
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}