μυθαρεύομαι Save LSJ Bailly 2024 μῡθ-ᾰρεύομαι, = μυθέομαι, Dius ap. Stob. 4.21.17. μυθαρεύομαι [ῡᾰ] c. μυθέομαι, Dius (Stob. Fl. 65, 17).