About Report a problem

Menu

μυθιήτης

μῡθ-ῐήτης, ου, ὁ, in pl.,
  • = στασιασταί, στασιῶται, Anacr. 16 (cf. μυθητῆρες, μύθαρχοι, μῦθος III); in sg., οὐ μ., οὐ δικασπόλος κεῖνος (sc. Νίνος) Phoen. 1.7.

Saved

Recent