μυροβαλάνινος
μυροβαλάνινος, made of μυροβάλανος
μῠροβᾰλάν-ινος [ᾰν], η, ον,
- made of μυροβάλανος, ἔλαιον Aët. 3.157; ἄλευρον Paul.Aeg. 4.4.
μυροβαλάνινος, made of μυροβάλανος