μυρόεις
μυρόεις, anointed
μῠρό-εις, εσσα, εν,
- anointed, βόστρυχος AP 6.234 (Eryc.); μοιχευταί Man. 4.305.
μυρόεις, όεσσα, όεν [ῠ] parfumé, Anth. 6, 234 ; Man. 4, 305.
Étym. μύρον.
μυρόεις, εσσα, εν, gesalbt, βόστρυχος, Eryc. 2 (VI.234).
μυρόεις
μῠρόεις, εσσα, εν
- anointed, Anth. from μύρον (ῠ)