μυχαίτατος
μῠχαίτατος, η, ον,
- irreg. Sup. of μύχιος, Arist. Mu. 393a32, St.Byz. s.v. Ἄλωρος: Comp. μυχαίτερος Hdn. Epim. 166; formed like μεσαίτατος, παλαίτατος.
μυχαίτατος, unregelmäßiger superl. zu μύχιος ; Arist. mund. 3.