μύξος
μύξος, ὁ,
- = μύξων, Ath. 7.306f (quoting Arist. HA 543b15).
- II = μυωξός, Suid.
μύξος, ου (ὁ) poisson à peau visqueuse, p.-ê. lamproie, Ath. 306e, f.
Étym. cf. μύξα.
μύξος, ὁ, = μύξινος, Ath. VII.306f aus Arist. H.A. 5.11, wo σμύξων steht u. v.l. μύξων ist.
μύξος ², ὁ, = μυοξός, zw.