μύνομαι Save Bailly 2024 Pape μύνομαι (f. μυνοῦμαι, part. ao. μυνάμενος) s’excuser, prétexter, Alc. 89. Étym. μύνη ; cf. ἀμύνω. μύνομαι, (vgl. ἀμύνομαι), vorschützen, vorwenden ; οὐδέ τι ἄλλο μυνάμενος ἄλλο νόημα, Alcaeus bei Eust. 1901.52, der es προφασίζεσθαι erkl.