ναβλιστοκτυπεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape ναβλ-ιστοκτῠπεύς, έως, ὁ, = foreg., Man. 4.185. ναβλιστο·κτυπεύς, έως (ὁ) [ῠ] c. les préc. Man. 4, 185. Étym. ναβλιστής, κτυπέω. ναβλιστοκτυπεύς, ὁ, = ναβλιστής, Man. 4.185.