νάερρα Save LSJ Pape νάερρα· δέσποινα, Hsch. ναέτειρα (ναίτ- cod.)· οἰκοδέσποινα, Id. νάερρα, ἡ, nach Hesych. = δέσποινα, vielleicht für νάειρα = ναέτειρα.