νεφεληγερής Save LSJ Bailly 2024 Pape νεφελη-γερής, έος, ὁ, = foreg., Q.S. 4.80. νεφελ·ηγερής, ής, ές, gén. έος, c. le préc. Q. Sm. 4, 80. νεφεληγερής, ές, = νεφεληγερέτα, Qu.Sm. 4.80.