οἰνιστηρία
οἰνιστηρία, cup
οἰν-ιστηρία, ἡ,
- cup used at this festival, Pamphil. ap. Ath. 11.494f:—also οἰν-ίστρια, Poll. 6.22.
οἰνιστηρία, ας (ἡ) coupe pour les libations οἰνιστήρια, Pamphil. (Ath. 494f).
Étym. v. le préc.
οἰνιστηρία, ἡ, s. οἰνιστήρια.