πάστιλλος
πάστιλλος, pastille
πάστιλλ-ος, ὁ,
- pastille, Orib. Fr. 88, Aët. 9.15:—Dim. παστίλλ-ιον, τό, BGU 34 v 19 (ii/iii A.D.).
πάστιλλος, pastille