παππίδιον
παππίδιον, dear little papa
παππίδιον [πῐ], τό, = foreg., Ar. Eq. 1215, V. 655, Jul. Caes. 309d, 331b.
παππίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] c. le préc. Ar. Eq. 1215, etc. Vesp. 655.
παππίδιον, τό, = παππίας, Ar. Vesp. 655, Eq. 1215.
παππίδιον
παππίδιον (ῐ), ου, τό,