Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παπταλάω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παππάζω
παππάξ
παππαπαιάξ
παππαπαππαπαῖ
πάππας
παππασμός
παππεπίπαππος
πάππης
παππίας
παππίδιον
παππίζω
παππικός
παππόθεν
παπποκτόνος
παπποπατρόθεν
παππόπατρος
πάππος
Πάππος
παπποσπέρματα
παπποφόνος
παππυλιάζω
παππώδης
παππωνυμικός
παππωνυμικῶς
παππῷος
πάπραξ
Πάπρημις
Παπρημίτης νομός
παπταίνω
παπταλάομαι
παπταλάω
παπυλιών
παπυρεών
παπυρικός
παπύρινος
παπύριον
παπυροειδής
πάπυρος
παπυροφάγος
παπυρώδης
παπυρών
πάρ
παρά
πάρα
παρα
παραβαίνω
παραβάκτρος
παράβακτρος
παράβακχος
παραβαλλέταιρος
παραβάλλομαι
παραβάλλω
παραβαπτίζω
παραβάπτισμα
παραβαπτιστής
παραβαπτός
παραβάπτω
παραβαρβαρίζω
παραβασία
παραβασιλεύς
παραβασιλεύω
…
παπταλάω
Save
Pape
παπταλάω
, = παπταίνω, Lycophr. 1162.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}