παρέμβλησις Save παρέμβλησις, encamping LSJ Bailly 2024 παρέμ-βλησις, εως, ἡ, encamping, Aq. Is. 29.1. παρέμβλησις, εως (ἡ) action de camper, Aqu. Esai. 29, 1. Étym. παρεμβάλλω.