παραδύνω Save LSJ Bailly 2024 Pape παρα-δύνω, = sq., Arist. Pr. 925b4. παρα·δύνω (seul. prés. et impf.) c. παραδύομαι, Arstt. Probl. 20, 22, 3. παραδύνω, (δύνω), = παραδύομαι, Jos.