παρεκέσκετο
παρεκέσκετο, v. παράκειμαι.
παρεκέσκετο, v. παράκειμαι.
παρεκέσκετο
3 sing. pa. iterative παράκειμαι.
παρεκέσκετο : see παράκειμαι.
3 sing. pa. iterative παράκειμαι.