παρεκβολικός
παρεκβολικός, discursive
παρεκ-βολικός, ή, όν,
- discursive, τὸ π. Eust. 4.38.
παρεκβολικός, ή, όν, zu den παρεκβολαί gehörig, sie betreffend, τὸ παρεκβολικόν, = παρεκβολαί, Eust. u. a. Gramm.