περιδρομάς
περιδρομ-άς, άδος,
- pecul. fem. of περίδρομος, μίτρη AP 5.12 (Phld.).
περιδρομάς, άδος [ᾰδ] adj. f. qui fait le tour, qui entoure, Anth. 5, 13.
Étym. περιδραμεῖν.
περιδρομάς, άδος, ἡ, bes. fem. zu περίδρομος, herumlaufend, rings umgebend, μίτρη, Philodem. 18 (V.13).