περιειλίσσω Save LSJ Grieks Nederlands Pape περιειλ-ίσσω, v. περιελίσσω. περιειλίσσω Ion. voor περιελίττω. περιειλίσσω, ion. statt περιελίσσω ; Her. 8.128 ; auch Plat. Prot. 342, ἱμάντας περιειλίττονται, v.l. περιελίσσω.