περινοηματικός
περινο-ημᾰτικός, ή, όν,
- = -νοητικός, Herm. ap. Stob. 2.8.31, Cat.Cod.Astr. 2.172.
περινοηματικός, ή, όν [ᾰ] c. περινοητικός, Hermésian. (Stob. Ecl. eth. p. 358 vulg.).
περινοηματικός, ή, όν, Sp., = περινοητικός.