περινέφελος
περινέφελος, clouded, overcast
περινέφελος, ον,
- clouded, overcast, ἀήρ Ar. Av. 1194.
περι·νέφελος, ος, ον, enveloppé de nuages, Ar. Av. 1199.
Étym. π. νεφέλη.
περινέφελος, umwölkt, ἀήρ, Ar. Av. 1192.