Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιξύστης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περινοηματικός
περινόησις
περινοητικός
περίνοια
περινομαία
περινομή
περίνοος
περινοστέω
περινόστησις
περινοτίζω
περινότισις
περίνους
περινούστατος
περινυκτίδες
περινύμφιος
πέριξ
περιξαίνομαι
περιξαίνω
περιξαμενῶς
περιξεστός
περίξεστος
περιξέω
περιξηραίνομαι
περιξηραίνω
περίξηρος
περιξυράω
περιξυρέω
περίξυσις
περίξυσμα
περιξυστήρ
περιξύστης
περιξύω
περίογκος
περιοδεία
περιοδεύσιμος
περιόδευσις
περιοδευτής
περιοδευτικός
περιοδεύω
περιοδία
περιοδίζω
περιοδικός
περιοδικῶς
περιόδιον
περιοδοιπορέω
περιοδονίκης
περίοδος
περιοδυνάομαι
περιοδυνάω
περιοδυνέω
περιόδυνος
περιοδώδης
περίοιδα
περιοιδαίνω
περιοιδάω
περιοιδέω
περιοικέω
περιοίκημα
περιοικία
περιοικίζω
περιοίκιον
…
περιξύστης
Save
LSJ
περι-ξύστης, ου, ὁ, = foreg.,
Hermes
38.283.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}