περισιδηρόομαι
περισιδηρόομαι, to be cased with iron
περισῐδηρ-όομαι, Pass.,
- to be cased with iron, Bito 49.5, Stud.Pal. 20.67r. 6 (ii/iii A. D.).
περισιδηρόομαι, to be cased with iron