περισκελία
περισκελία, hardness
περισκελ-ία, ἡ, v. περισκέλεια.
περισκελία, ας (ἡ) c. περισκέλεια, P. Eg. 6, 112 ; Antyll. (Orib. p. 170 Matthäi).
περισκελία, ἡ, = περισκέλεια, Paul.Aeg.
περισκελία, hardness