περισκέπω
περισκέπω, cover
περισκέπ-ω,
- = περισκεπάζω, Plb. 2.30.3, Mosch. 2.61, Ascl. Tact. 1.3, AP 6.250 (Antiphil.).
περι·σκέπω, c. περισκεπάζω, Mosch. 2, 61 ; Anth. 6, 250 ; Pol. 2, 20, 3.
περισκέπω, = περισκεπάζω, οὐ δυναμένου τοῦ θυρεοῦ τὸν ἄνδρα περισκέπειν, Pol. 2.20.3.
περισκέπω
= περισκεπάζω, Polyb., Mosch.