περισφαλέω Save Bailly 2024 Pape περισφαλέω-ῶ [ᾰ] c. περισφάλλομαι, Nic. Al. 541. Étym. περισφαλής. περισφαλέω, = περισφάλλομαι, taumeln, Nic. Al. 541.