περίσφυρος
περί-σφῠρος, ον,
- = περισφύριος, πέζα AP 6.211 (Leon.); τὰ περίσφυρα σκέλη Luc. Am. 41, shd. prob. be written τὰ περὶ σφυρά σκέλη being a gloss).
- II as Subst. περίσφῠρον, τό, = περισφύριον, Gal. 19.144.
περί·σφυρος, ος, ον [ῠ] c. περισφύριος, Anth. 6, 211.
περίσφυρος, = περισφύριος ; daher τὸ περίσφυρον = περισφύριον.