περίσφατος Save LSJ Pape περίσφᾰτος, ον, = ἐπιθρήνητος, ἐπονείδιστος, Hsch. Adv. -τως, ἔχειν Trag.Adesp. 333. περίσφατος, = ἐπιθρήνητος, περιώδυνος, VLL.