περκαίνω
περκ-αίνω,
- = foreg., σέλας οἰνωπὸν ἐξέλαμπε περκαίνων γένυν E. Cret. 15;=διαποικίλλεσθαι, Hsch.
περκαίνω, schwärzlich nachen, dunkel färben, Hesych. erkl. διαποικίλλεσθαι.