περόναμα Save LSJ Bailly 2024 Pape Middle Liddell περόν-ᾱμα, Dor. for περόνημα. περόναμα, περονατρίς, v. περόνημα, περονητρίς. περόναμα, [νᾱ], τό, dor. = περόνημα. περόναμα περόνᾱμα, ατος, τό, Doric for περόνημα.