πεταλῖτις
πεταλ-ῖτις, ιδος, ἡ,
- = φυλλῖτις, Nic. Th. 864.
πεταλῖτις, ιδος (ἡ) [ᾰῑῐδ] autre n. de la plante φυλλῖτις, Nic. Th. 864.
Étym. πέταλον.
πεταλῖτις, ἡ, = φυλλῖτις ; Nic. Ther. 864 ; Diosc.