About Report a problem

Menu

πευκεδανός

πευκεδανός, destructive (?)

πευκεδᾰνός, ή, όν,
  • = πευκήεις II, πτολέμοιο μέγα στόμα πευκεδανοῖο Il. 10.8; βέλεμνα, ἀσπίς, Orph. L. 500, 609; θάλασσα Opp. H. 2.33.

Saved

Recent