πλεθριαῖος
πλεθριαῖος, broad
πλεθρ-ιαῖος, α, ον,
- of the size of a πλέθρον, φοίνικες X. Cyr. 7.5.11; ποταμὸς τὸ εὖρος π. Id. An. 1.5.4; γέφυρα π. τὸ πλάτος οὖσα Pl. Criti. 116a; δράκων μῆκος π. Str. 16.2.17.
πλεθριαῖος, α, ον, de la longueur ou de l’étendue d’un arpent, Xén. Cyr. 7, 5, 11, etc. ; Plat. Criti. 116a ; Str. 755.
Étym. πλέθρον.
πλεθριαῖος, von der Größe des πλέθρον ; Plat. τὴν γέφυραν πλεθριαίαν τὸ πλάτος οὖσαν, Critia. 116a ; Xen. Cyr. 7.5.11 u. Sp.
πλεθριαῖος, α, ον
πλέθρον
- broad or long, Xen.