πλειότης
πλειότης, plurality
πλειότης, ητος, ἡ,
- plurality, Theol.Ar. 12 (v.l.). πλειοψηφία, v. πλειονοψηφία.
πλειότης, ητος (ἡ) c. πλειονότης, Ps.-Jambl. Theol. arithm. p. 12.
πλειότης, ἡ, = πλειονότης, Theolog. arithm.