ποικιλόγηρυς
ποικιλόγηρυς, of varied voice, many-toned
ποικῐλό-γηρυς, Dor. ποικῐλό-γᾱρυς, υος, ὁ, ἡ,
- of varied voice, many-toned, φόρμιγξ Pi. O. 3.8.
ποικιλό·γηρυς, dor. ποικιλό·γαρυς, υος (ὁ, ἡ) [ῐᾱ] aux sons variés, Pd. O. 3, 13.
Étym. π. γῆρυς.
ποικιλόγηρυς, dor. ποικιλόγαρυς, mannigfach tönend, von mannichfaltigem Klange, φόρμιγξ, Pind. Ol. 3.8. Vgl. ποικιλόδειρος.
ποικιλόγηρυς
ποικῐλό-γηρυς, Doric ποικῐλό-γᾱρυς, υος, ὁ, ἡ,
- of varied voice, many-toned, Pind.