ποικιλόθροος
ποικιλόθροος, of varied note
ποικῐλό-θροος, ον,
- of varied note, οἰωνοί Lyr.Adesp. 94; cf. ποικιλόθριξ.
ποικιλό·θροος, ος, ον, aux chants variés, Poèt. (Plut. M. 497a).
Étym. π. θρόος.
ποικιλόθροος, mit mannichfaltigen Stimmen, Tönen, οἰωνοί, p. bei Plut. de amore prolis 4.