ποιηφαγέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ποιη-φᾰγέω, ποιη-φάγος, v. ποηφαγέω, -φάγος. ποιηφαγέω-ῶ, c. ποηφαγέω, Hdt. 3, 25, 100. Étym. ποιηφάγος. ποιηφαγέω zie ποηφαγέω. ποιηφαγέω, Gras, Kräuter fressen, Her. 3.25, 100.