πολύοχλος
πολύοχλος, much-peopled, populous
πολύ-οχλος, ον,
- much-peopled, populous, χώρα Plb. 3.49.5.
- II very prolific, δήμου εἴδη Arist. Pol. 1291b23; for E. Rh. 166 v. πολιοῦχος.
πολύ·οχλος, ος, ον :
1 très peuplé, Pol. 3, 49, 5 ||
2 très nombreux, Arstt. Pol. 4, 4, 21.
Étym. π. ὄχλος.
πολύοχλος, volkreich, χώρα, Pol. 3.49.5.
πολύοχλος
πολύ-οχλος, ον,
- Imuch-peopled, populous, Polyb.
- IIvery numerous, Arist.