πολύοσμος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολύ-οσμος, ον, Att. for πολύοδμος, Thphr. CP 6.16.6, Dsc. 4.36,95. πολύ·οσμος, ος, ον, c. πολύοδμος, Th. C.P. 6, 16, 6. πολύοσμος, att. statt πολύοδμος, Theophr.