Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολύοχος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύοκνος
πολυόλβιος
πολύολβος
πολυομβρία
πολυόμβριμος
πολύομβρος
πολυομίλητος
πολυόμματος
πολυόμφαλος
πολυόνειρος
πολύοπος
πολύοπτος
πολυόργιος
πολυορίγανον
πολυορκία
πολύορκος
πολυόρμητος
πολυόρνιθος
πολύορνις
πολυόροφος
πολυοσμία
πολύοσμος
πολυόστεον
πολυόστεος
πολυούσιος
πολυόφθαλμος
πολυόχευτος
πολυοχλέω
πολυοχλία
πολύοχλος
πολύοχος
πολυοψία
πολύοψος
πολυπάθεια
πολυπαθής
πολυπαίγμων
Πολυπαΐδης
πολυπαιδία
πολυπαίπαλος
πολύπαις
πολυπάλακτος
πολύπαλτος
πολυπάμφαος
πολυπάμων
πολυπάνσοφος
πολυπαρθένευτος
πολυπάρθενος
πολύπαστος
πολυπάταγος
πολύπαταξ
πολυπάταξ
πολυπάτητος
πολύπατρις
πολυπείρατα
πολυπείρητος
πολυπειρία
πολύπειρος
πολυπείρων
πολυπέλαστος
πολυπέλεθρος
πολυπενθής
…
πολύοχος
Save
Pape
πολύοχος
,
viel habend, haltend
; τυραννίς, Eur.
Rhes
. 166 ; Arist.
Pol
. 4.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}