προαποπίπτω
προαποπίπτω, fall off early
προαπο-πίπτω,
- fall off early, Thphr. HP 3.7.3.
προ·αποπίπτω, tomber avant le temps, Th. H.P. 3, 7, 3 dout.
προαποπίπτω, (πίπτω), vorher abfallen, Sp.
προαποπίπτω, fall off early